Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι της αφαίρεσης του άρθρου για τη λογοκρισία από το νομοσχέδιο για το ΕΚΚΟΜΕΔ και παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις του υπουργείου Πολιτισμού (ΥΠ.ΠΟ.) ότι δεν είχε τέτοιες προθέσεις, πάραυτα μπήκαν τα κατασταλτικά μέτρα της κυβέρνησης σε δράση για όποιον τολμά να εκφράσει δημόσια κριτική. Οπως για παράδειγμα η ΠΕΚΚ (Πανελλήνια Ενωση Κριτικών Κινηματογράφου).
Θυμίζουμε ότι η Ενωση δεν προσκλήθηκε ποτέ στη διαβούλευση για το νομοσχέδιο Μενδώνη που πέρασε από την Ολομέλεια την προηγούμενη εβδομάδα, ούτε μέλος της συμπεριλαμβάνεται στην επιτροπή για την ελληνική ταινία που θα σταλεί στην Επιτροπή των Οσκαρ, ούτε φυσικά στην Κεντρική Επιτροπή Αξιολόγησης, που θα αποφασίζει πού θα πηγαίνουν τα χρήματα από το ΕΚΚΟΜΕΔ. Γιατί όμως;
Το σίγουρο είναι πως η ΠΕΚΚ κάνει σωστά τη δουλειά της και δεν ασχολείται, όπως κάποια άλλα σωματεία, μόνο με τα του κλειστού οίκου της, αλλά παίρνει θέση για κάθε τι που αφορά τον κινηματογράφο στην Ελλάδα. Ενα παράδειγμα είναι και το Ευρωπαϊκό Πανόραμα Κινηματογράφου, που κινδυνεύει με διάλυση.
«Το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, ένας θεσμός με σχεδόν σαράντα χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας και διεθνή αναγνώριση, κινδυνεύει να μην πραγματοποιηθεί εξαιτίας της αιφνίδιας ανάκλησης της ήδη εγκεκριμένης χρηματοδότησής του. Η εξέλιξη αυτή δεν πλήττει μόνο έναν ιστορικό κινηματογραφικό θεσμό. Εκθέτει την αξιοπιστία της ελληνικής πολιτιστικής πολιτικής και δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι πολιτιστικοί φορείς της χώρας» αναφέρει σε σχετική ανακοίνωσή της η ΠΕΚΚ, ενώ ζητά να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη (δυστυχώς, αντίστοιχη επιστολή δεν είδαμε από κάποια άλλη σχετική με το σινεμά ένωση ή φορέα).
Τι έχει συμβεί
Δεν ανακοινώθηκε επισήμως η κατάργησή του. Επιλέχθηκε, φυσικά, ο πιο γνώριμος και λιγότερο θορυβώδης τρόπος: του αφαιρούν τα χρήματα που του επιτρέπουν να υπάρχει. Λίγους μήνες πριν από την 39η διοργάνωσή του, το Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου βρίσκεται αντιμέτωπο με τον σοβαρότερο ίσως κίνδυνο της σχεδόν σαραντάχρονης ιστορίας του, μετά την αιφνίδια διακοπή της χρηματοδότησης. Το Πανόραμα ιδρύθηκε το 1988 από τον κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φενέκ Μικελίδη, αρχικά με τη στήριξη της «Ελευθεροτυπίας».
Στις δεκαετίες που ακολούθησαν εξελίχθηκε σε έναν από τους μακροβιότερους κινηματογραφικούς θεσμούς της χώρας: ένα φεστιβάλ που καλλιέργησε συστηματικά τη μνήμη και την ιστορία του κινηματογράφου μέσα από αναδρομικά αφιερώματα, αποκατεστημένες κόπιες, σπάνιες προβολές, masterclasses και συναντήσεις του κοινού με σημαντικούς δημιουργούς, οι οποίοι το στηρίζουν και τώρα με τις υπογραφές τους (από τον Κέν Λόουτς έως τον Εμίρ Κουστουρίτσα και από τον Κώστα Γαβρά έως τη Βαλέρια Γκολίνο και δεκάδες ανθρώπους του ελληνικού σινεμά και της FIPRESCI).
Το πρόβλημα ξεκινά από τη χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με όσα μας είπε ο κ. Μικελίδης, είχε εγκριθεί για το Πανόραμα ποσό 230.000 ευρώ ετησίως για την τετραετία 2024-2027. Η χρηματοδότηση δόθηκε αρχικά για τα δύο πρώτα χρόνια, με την προοπτική να συνεχιστεί το 2026 και το 2027 μετά την υποβολή και αξιολόγηση των πεπραγμένων της διοργάνωσης. Αυτό και θα γινόταν, δίχως κάποιο πρόβλημα.
Ωστόσο, εντελώς απρόσμενα, πριν από τέσσερις μήνες περίπου, οι του ΥΠΠΟ τον ενημέρωσαν πως δεν μπορεί να λάβει πλέον τη χρηματοδότηση του ΕΣΠΑ, καθώς ο υπουργείο δεν έχει να δώσει τα μισά των χρημάτων (στη χρηματοδότηση ΕΣΠΑ, τα μισά χρήματα δίνονται από το υπουργείο). Δεν είχε δηλαδή ξαφνικά το ΥΠΠΟ περί τις 100.000 για να διαθέσει για ένα τόσο σημαντικό Φεστιβάλ (θυμίζουμε πως μόνο το πρώτο έτος κορονοϊού, η κυβέρνηση βρήκε τρόπο να διαθέσει 16 δισεκατομμύρια σε απευθείας αναθέσεις!). Παρ’ όλες τις διαβεβαιώσεις πως μετά τις εκλογές ίσως βρεθούν τα χρήματα (αποτελεί ή όχι αυτή η φράση πολιτικό εκβιασμό άραγε;) για ένα «μοναδικό στο είδος του Φεστιβάλ και ιστορικό», όπως το χαρακτήρισαν, το ΕΣΠΑ χάθηκε. Οπότε το Πανόραμα έχασε την πηγή που αποτελούσε το 90% έως 95% των συνολικών εσόδων του και καλείται να οργανώσει την 39η διοργάνωσή του χωρίς τον βασικό της προϋπολογισμό.
Ο κ. Μικελίδης έκανε αίτηση στο ΕΚΚΟΜΕΔ για το ποσό των 50.000 ευρώ που μπορεί να δώσει ο φορέας για τέτοιας σπουδαιότητας Φεστιβάλ (με πολλές ταινίες, προφεστιβαλικές εβδομάδες, αφιερώματα, εκπαιδευτικές δράσεις, masterclasses, ημερίδα με ξένους διευθυντές φεστιβάλ και έκθεση σπάνιων φωτογραφιών και αφισών από την ιστορία του ευρωπαϊκού και του ελληνικού κινηματογράφου που ετοίμαζαν στο Πανόραμα). Αυτές είναι οι λεγόμενες διοργανώσεις Α’ κατηγορίας. Τελικά το ΕΚΚΟΜΕΔ ενέκρινε μόνο 26.000 ευρώ και ο κ. Μικελίδης μας επισημαίνει ότι έχασε και το δικαίωμα ένστασης, καθώς το έχεις μόνο αν λάβεις 25.000 ευρώ. Του έδωσαν, λοιπόν, χίλια παραπάνω για να μην μπορεί να κάνει καν ένσταση;
Και όλα αυτά λίγους μόλις μήνες πριν από την τελετή των βραβείων της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας στην Αθήνα και ενώ η χώρα έχει την υποχρέωση να κάνει εκδηλώσεις πριν και το Πανόραμα ήταν να ενταχθεί σε αυτές (μετά και από σχετικές ενέργειες του Σπύρου Ταραβήρα, που, όπως έχουμε ξαναγράψει, είναι ο άνθρωπος που κίνησε ουσιαστικά όλη τη διαδικασία και πλέον δεν τον παρουσιάζουν/«εμφανίζουν» πουθενά). Γιατί όλα αυτά; Λόγω εκδίκησης ή ανεπάρκειας; Τι είναι χειρότερο από τα δύο;