Νέα στοιχεία για την υπόθεση της δολοφονίας της 38χρονης Βρετανίδας εθελόντριας Ελίζαμπεθ (Λίσα) Ρος προκύπτουν από την κατάθεση της συζύγου του 26χρονου Αφγανού, ο οποίος κατηγορείται για τη δολοφονία της.

⇒Υπενθυμίζεται ότι ο 26χρονος κρίθηκε προφυλακιστέος μετά την απολογία του. Ο φερόμενος ως δράστης φέρεται προανακριτικά να παραδέχτηκε τη μεταφορά του πτώματος της 38χρονης αλλά να αρνήθηκε ότι τη δολοφόνησε.

Σύμφωνα με όσα φέρεται να ανέφερε στις Αρχές η σύζυγος του 26χρονου, γνώρισε τη Λίσα τον Φεβρουάριο του 2026 μέσα από δράσεις εθελοντισμού και εκκλησιαστικές συναντήσεις.

Η τελευταία φορά που την είδε, όπως κατέθεσε, ήταν στις 12 Ιουλίου. Η Βρετανίδα της πρότεινε να κάνουν έναν περίπατο, όμως εκείνη αρνήθηκε λόγω άλλης υποχρέωσης. Τότε η Λίσα απευθύνθηκε στον σύζυγό της, ο οποίος δέχθηκε να τη συνοδεύσει, ενώ αρχικά περπάτησαν και οι τρεις μαζί.

Λίγες ημέρες αργότερα, στις 18 Ιουλίου, επιχείρησε να επικοινωνήσει με τη Λίσα για συμμετοχή σε εθελοντική διανομή τροφίμων, χωρίς όμως να λάβει απάντηση. Όταν ρώτησε τον σύζυγό της αν γνώριζε κάτι, εκείνος της είπε ότι η τελευταία τους επικοινωνία είχε γίνει στις 15 Ιουλίου, όταν η 38χρονη τον είχε καλέσει να τη συνοδεύσει σε μια υποχρέωση.

Η ύποπτη απουσία

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στα γεγονότα της νύχτας από τις 15 προς τις 16 Ιουλίου. Όπως υποστήριξε, ξύπνησε και διαπίστωσε ότι ο σύζυγός της απουσίαζε από το σπίτι. Ελέγχοντας την τοποθεσία του μέσω εφαρμογής στο κινητό, είδε ότι βρισκόταν σε διαμέρισμα στην οδό Ρεθύμνου, γεγονός που της προκάλεσε απορίες. Όταν επικοινώνησε μαζί του, εκείνος φέρεται να της εξήγησε ότι είχε μεταβεί εκεί μόνο για λίγο, αφού προηγουμένως παρακολουθούσε ποδοσφαιρικό αγώνα σε καφέ της περιοχής.

Η μάρτυρας αναφέρθηκε επίσης στην αιφνιδιαστική αναχώρηση του ζευγαριού από την Αθήνα στις 18 Ιουλίου. Σύμφωνα με την κατάθεσή της, ο σύζυγός της εμφανιζόταν ιδιαίτερα αναστατωμένος, λέγοντάς της ότι είχε πληροφορηθεί τον θάνατο συγγενικού του προσώπου στην Ινδία και της ζήτησε να φύγουν για λίγες ημέρες στην Αράχωβα.

Πότε ξεκίνησε να έχει υποψίες

Η πιο χαρακτηριστική στιγμή της κατάθεσής της αφορά το ξημέρωμα της 29ης Ιουλίου, όταν, όπως είπε, ξύπνησε με την έντονη σκέψη ότι η σορός γυναίκας που είχε εντοπιστεί μέσα σε βαλίτσα κοντά στην περιοχή όπου διέμεναν ίσως ανήκε στη Λίσα, η οποία στο μεταξύ αγνοούνταν.

Το ίδιο πρωί της έστειλε μήνυμα για να διαπιστώσει αν ήταν καλά. Αν και έλαβε απάντηση, υποστήριξε ότι το ύφος των μηνυμάτων τής φάνηκε ασυνήθιστο, τόσο λόγω της χρήσης της αγγλικής γλώσσας όσο και εξαιτίας των emoji, τα οποία, όπως είπε, η Βρετανίδα δεν συνήθιζε να χρησιμοποιεί. Οι τηλεφωνικές της κλήσεις έμειναν αναπάντητες.

Όπως κατέθεσε, όσο συνέδεε τις ημερομηνίες, τα μηνύματα και τη συμπεριφορά του συζύγου της, άρχισε να διαμορφώνει υποψίες, δηλώνοντας ότι όλα όσα είχαν προηγηθεί την έκαναν να αισθάνεται έντονα άβολα.

Μετά την ταυτοποίηση της σορού ως εκείνης της Ελίζαμπεθ Ρος, η γυναίκα ανέφερε ότι φοβήθηκε ακόμη περισσότερο. Παράλληλα, κατήγγειλε ότι δέχθηκε απειλητικά μηνύματα με φωτογραφίες της ίδιας και του βρέφους της, καθώς και απειλές σε βάρος της οικογένειάς της. Σύμφωνα με την εκτίμηση των αστυνομικών που χειρίζονται την υπόθεση, εξετάζεται το ενδεχόμενο τα συγκεκριμένα μηνύματα να είχαν αποσταλεί από τον ίδιο τον κατηγορούμενο, με σκοπό να απομακρύνει τις υποψίες από πάνω του.

Η υπόθεση παραμένει σε εξέλιξη, ενώ οι έρευνες των αρμόδιων Αρχών συνεχίζονται.