Σε πλήρη αποσιώπηση της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και των οικογενειακών σχέσεων που συνάπτει προχωρά το εγχειρίδιο της Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής για την Γ΄ Γυμνασίου που προγραμματίζεται να ενταχθεί στη διδακτέα ύλη τη σχολική χρονιά 2027-2028.
Οπως αναδεικνύει σήμερα η «Εφ.Συν.», το βιβλίο προσπερνά τον πρόσφατο νόμο για την ισότητα στον γάμο, εξηγώντας με τελείως αναχρονιστικό και αντιεπιστημονικό ορισμό τον γάμο ως «νόμιμη και μόνιμη ένωση δύο ανθρώπων διαφορετικού φύλου με σκοπό την οικογένεια, τη γέννηση παιδιών». Ως προς την έκφραση και τα χαρακτηριστικά φύλου, ακολουθεί κακοποιητική προσέγγιση προς ό,τι ξεφεύγει από τον αυστηρό δυαδισμό, ενώ αποκλείει εξ ορισμού τον ομόφυλο έρωτα: «Οταν η μόδα ή κάποιες ιδέες επιβάλλουν το “Unisex” ή ένα “ανδρόγυνο”, πώς το ένα φύλο να επιθυμήσει το άλλο, αφού και τα δύο μοιάζουν;».
Το βιβλίο βρίθει από αναφορές που αποκαλύπτουν τις αναχρονιστικές προσεγγίσεις του στα έμφυλα στερεότυπα, φτάνοντας στο σημείο να αποδίδει ευθύνες στις γυναίκες για τις κακοποιητικές συμπεριφορές που υφίστανται από τους άνδρες.
Γονεϊκοί ρόλοι
Στο πεδίο των δικαιωμάτων και της οικογενειακής συγκρότησης, η απόδοση των γονεϊκών ρόλων εγκλωβίζεται σε παρωχημένα πρότυπα, με τον άνδρα «να μαθαίνει να ασχολείται με τις βαριές δουλειές, τις τεχνικές εργασίες και τις εξωτερικές υποθέσεις», ενώ η γυναίκα «μαθαίνει να ασχολείται με την ανατροφή των παιδιών και γενικότερα το νοικοκυριό».
Η επίμαχη έκδοση εντάσσεται στη μεταρρύθμιση του υπουργείου Παιδείας για το «Πολλαπλό Βιβλίο». Το μέτρο επιτρέπει στους εκπαιδευτικούς της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης να αξιολογούν τα νέα διδακτικά πακέτα και να επιλέγουν εκείνο που ανταποκρίνεται καλύτερα στις διδακτικές ανάγκες. Ωστόσο το συγκεκριμένο βιβλίο αποτελεί το μοναδικό προτεινόμενο του συγκεκριμένου μαθήματος, καθιστώντας ανεφάρμοστη τη δυνατότητα επιλογής και ακυρώνοντας στην πράξη την ουσία της πρωτοβουλίας.
Τους προβληματισμούς της εκπαιδευτικής κοινότητας πυροδότησαν μέχρι τώρα κυρίως τα αποσπάσματα που έφερε στο φως το «Παρατηρητήριο Εμφυλων Στερεοτύπων για γονείς – και όχι μόνο», τα οποία αφορούσαν το σκέλος της έμφυλης βίας και αναπαράχθηκαν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται ο τρόπος αντιμετώπισης των κακοποιητικών συμπεριφορών, καθώς οι γυναίκες παρουσιάζονται αδύναμες με τη διατύπωση ότι «η κακοποίηση απευθύνεται σε αδύναμους (παιδιά, γυναίκες, ηλικιωμένους κτλ.)». Επιπλέον, το βιβλίο προτείνει «συμβουλές αντιμετώπισης» όπως η επίγνωση της «μεγαλύτερης δύναμης και του όγκου των αντρών», προσέγγιση που καταγγέλλεται ως μετακύλιση της ευθύνης από τον θύτη στο θύμα, καθώς απουσιάζουν αντίστοιχες υποδείξεις προς τους άντρες.
Ο συντηρητικός χαρακτήρας του νέου εγχειριδίου και οι πλημμελείς και αντιεπιστημονικές προσεγγίσεις του προκάλεσαν έντονο προβληματισμό και ανησυχία στην επιστημονική και την εκπαιδευτική κοινότητα. Ο Σύλλογος Ελλήνων Κοινωνιολόγων (ΣΕΚ) σε επιστολή του προς το υπουργείο Παιδείας εξέφρασε έντονες αντιρρήσεις για την έγκριση του εγχειριδίου, χαρακτηρίζοντάς το «απαράδεκτο και επικίνδυνο» και απαιτώντας την άμεση απόσυρσή του, ενώ επισημαίνει περισσότερα από 10 προβληματικά σημεία στο περιεχόμενό του. Ο σύλλογος κάνει λόγο για «κακογραμμένο, αναχρονιστικό και αντιεπιστημονικό» βιβλίο, το οποίο προτάσσει τη μέθοδο της «ατομικής ευθύνης» έναντι της συστημικής ανάλυσης. Ο σύλλογος καταδικάζει επίσης τον ορισμό της οικογένειας αποκλειστικά ως ένωσης ετερόφυλων ατόμων, το οποίο προκαλεί «γνωστική ασυμφωνία» στους μαθητές και εμφανίζει πλήρη απουσία σύγχρονου κοινωνικού γραμματισμού.
Επίσης, το Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής του ΑΠΘ καταδίκασε τη ρητορική του βιβλίου με ομόφωνη ανακοίνωσή του, εκφράζοντας τον φόβο ότι η διαχείριση της έμφυλης βίας και η αναπαραγωγή αναχρονιστικών οικογενειακών προτύπων ενδέχεται να ενισχύσουν τα έμφυλα στερεότυπα, αντί να συμβάλουν στην αποδόμησή τους. Οπως σημειώνει σε ανακοίνωσή του, η σύγχρονη επιστημονική βιβλιογραφία υποδεικνύει πως οι προσεγγίσεις που επικεντρώνονται στην αυτοπροστασία των γυναικών τείνουν να ενισχύουν τους μηχανισμούς κακοποίησης και δεν προάγουν κουλτούρα μηδενικής ανοχής σε κακοποιητικές και βίαιες συμπεριφορές.
Ο συγγραφέας του βιβλίου, Παύλος Μαράντος, φαίνεται ότι δεν αντιλαμβάνεται ή δεν ασπάζεται τις επισημάνσεις των επιστημονικών φορέων, το θέμα όμως είναι τι κάνει το υπουργείο Παιδείας και σε ποια βιβλία δίνει την έγκρισή του. Ο κ. Μαράντος σε συνέντευξή του στο alfavita αρνήθηκε ότι υφίσταται αναπαραγωγή έμφυλων στερεοτύπων στο βιβλίο, μιλώντας για προσπάθεια ρεαλιστικής προειδοποίησης για υπαρκτούς κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες.
Η «Εφ.Συν.» φιλοξενεί σήμερα τις θέσεις τριών επιστημόνων με ειδίκευση στην παιδαγωγική επιστήμη, την κοινωνιολογία, την ιστορία και την πολιτική επιστήμη, οι οποίοι επισημαίνουν την πλήρη ακαταλληλότητα του εγχειριδίου για τις σχολικές τάξεις.
Απευθυνθήκαμε και στο υπουργείο Παιδείας προκειμένου να καταγραφεί η θέση του και για να αποσαφηνιστεί ο λόγος για τον οποίο δεν παρέχονται επιπλέον επιλογές διδακτικού πακέτου στο συγκεκριμένο μάθημα, χωρίς ωστόσο να πάρουμε απάντηση.

«Αναδίδει ομοφοβικές αντιλήψεις»
[…] Σε αρκετά σημεία εκφράζει τον συντηρητισμό, αναπαράγει την πατριαρχία και αναδίδει συνειδητά ή ασυνείδητα ομοφοβικές αντιλήψεις. Δεν λαμβάνει υπόψη του τις σύγχρονες επιστημονικές, κοινωνιολογικές και πολιτικές θεωρίες, ούτε βασικές θεματικές των κοινωνικών ανισοτήτων, κοινωνικής διαφοροποίησης, διακρίσεων, κοινωνικού αποκλεισμού, κρυφές και φανερές λειτουργίες των θεσμών, ταυτότητες φύλων κ.λπ. Οσον αφορά το θέμα της ταυτότητας φύλου και του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού των ανθρώπων στις σημερινές κοινωνίες, είναι ένα θέμα που προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες, τοποθετήσεις και ορισμένες φορές ιδεολογικές συγκρούσεις με αντιεπιστημονικές στερεοτυπικές τοποθετήσεις που προκαλούν σύγχυση. […] Το θέμα της ταυτότητας φύλου και του διαφορετικού σεξουαλικού προσανατολισμού στις σημερινές κοινωνίες προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες, τοποθετήσεις και ορισμένες φορές ιδεολογικές συγκρούσεις με αντιεπιστημονικές στερεοτυπικές τοποθετήσεις που προκαλούν σύγχυση. Αποτέλεσμα αυτού: να μην αγγίζεται ως θεματική, να υπάρχει κίνδυνος αν κάποιος εκπαιδευτικός θελήσει να μιλήσει για το θέμα, έστω με επιστημονικό τρόπο, να έρθει αντιμέτωπος με εξαγριωμένους γονείς και τους δικηγόρους τους, με μηνύσεις και απειλές, να κυριαρχεί η στερεοτυπική σκέψη και συμπεριφορά που οδηγεί σε διακρίσεις και κοινωνικό αποκλεισμό, φτάνοντας ορισμένες φορές στα όρια του άγριου bullying με απρόβλεπτες συνέπειες. Φυσικά στο μάθημα της ΚΠΑ θα μπορούσε να συμπεριληφθούν ως θεματική οι ταυτότητες φύλου, η διάκριση κοινωνικού και βιολογικού φύλου, τόσο στο κεφάλαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα όσο και στο κεφάλαιο Στερεότυπα-Προκαταλήψεις-Διακρίσεις-Διαφορετικότητα.
«Κανονικοποίηση των αποκλεισμών»
Ενα βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής οφείλει να διαμορφώνει δημοκρατικούς πολίτες και πολίτιδες που σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα και τη διαφορετικότητα, αναγνωρίζοντας ότι η κοινωνία είναι πλουραλιστική. Τα παιδιά χρειάζεται να συναντούν στα σχολικά βιβλία έναν κόσμο που αντανακλά την πραγματική κοινωνία και να βλέπουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους να εκπροσωπούνται.
Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ορατότητα όλων των κοινωνικών υποκειμένων, αναγνώριση της οικογενειακής ποικιλομορφίας, υπέρβαση των έμφυλων στερεοτύπων και συμπερίληψη εμπειριών που μέχρι σήμερα παραμένουν αόρατες.
Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι το 2026 ένα νέο βιβλίο Κοινωνικής και Πολιτικής Αγωγής εξακολουθεί να αναπαράγει έμφυλα στερεότυπα και να παρουσιάζει ως μοναδικό πρότυπο την ετεροκανονική οικογένεια, αποσιωπώντας μια υπαρκτή κοινωνική και νομική πραγματικότητα. Από το 2024 η ελληνική έννομη τάξη αναγνωρίζει τον γάμο των ομόφυλων ζευγαριών.
Η απουσία των Οικογενειών Ουράνιο Τόξο από το βιβλίο δεν αποτελεί απλή παράλειψη αλλά συνιστά θεσμική αορατοποίηση. Οταν το σχολείο καθιστά αόρατες ολόκληρες κοινωνικές ομάδες, δεν εκπαιδεύει στη δημοκρατία αλλά στην κανονικοποίηση των αποκλεισμών. Εξίσου προβληματικές είναι οι αναφορές στη βία κατά των γυναικών, οι οποίες μεταθέτουν έμμεσα την προσοχή από την ευθύνη του δράστη στη συμπεριφορά των γυναικών και στην ευθύνη τους για αυτοπροστασία.
Το πρόβλημα δεν βρίσκεται μόνο σε ορισμένες διατυπώσεις. Βρίσκεται στην αντίληψη που διαπερνά το βιβλίο.
Η εκπαίδευση δεν έχει αποστολή να αποκρύπτει την κοινωνική πραγματικότητα, ούτε να αναπαράγει έμφυλα στερεότυπα. Εχει αποστολή να διαμορφώνει δημοκρατική συνείδηση, ισότητα και σεβασμό στα ανθρώπινα δικαιώματα.

«Ενας τσελεμεντές με “πρέπει”»
Το εγχειρίδιο είναι ιδιαίτερα προβληματικό. Σε λιγότερο 150 σελίδες αγγίζει πλήθος από καίρια σύγχρονα ζητήματα. Και είναι φυσικό και επόμενο όχι με επιτυχία. Κατά διαστήματα το εγχειρίδιο θυμίζει τσελεμεντέ στον οποίο βρίθουν τα «πρέπει». Πρέπει αυτό, πρέπει το άλλο. Ετσι ουσιαστικά ακυρώνεται η παιδαγωγική διάσταση, κεντρική πτυχή της οποίας είναι η αυτενέργεια των μαθητών. Αυτό αποτυπώνεται εναργέστατα στις ασκήσεις στις οποίες τα παιδιά καλούνται να επαναλάβουν όσα απλουστευτικά αναφέρονται στις προηγούμενες σελίδες.
Οι αδυναμίες του εγχειριδίου είναι ορατές σε κάθε κεφάλαιο. Είναι πιο απτές σε ορισμένα κεφάλαια τα οποία επισημάνθηκαν από αρκετούς φορείς και πανεπιστημιακά τμήματα: η οικογένεια, ο γάμος, η παγκοσμιοποίηση, η έμφυλη βία. Ενδεικτικά ο θρησκευτικός γάμος, προϊόν της Μεταρρύθμισης και των εσωτερικών συγκρούσεων στην τότε Καθολική Εκκλησία, εμφανίζεται ως κάτι φυσικό, εγγενές στην ανθρώπινη ύπαρξη. Το ίδιο φυσική εμφανίζεται και η παγκοσμιοποίηση και η διάκριση του σημερινού κόσμου σε πέντε κόσμους. Το εγχειρίδιο γίνεται τραγικό σε ορισμένα κεφάλαια όπως αυτό για τον κοινωνικό αποκλεισμό και, όπως ήδη γράφτηκε, για την «κακοποίηση-βία κατά των γυναικών».
Πώς θα μπορούσε ο συγγραφέας να αντεπεξέλθει σε ένα τόσο δύσκολο εγχείρημα, χωρίς να υποπέσει σε αστόχαστες, ενίοτε τραγικές διατυπώσεις; Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν. Οφειλε, ωστόσο, να γνωρίζει καλύτερα το αντικείμενο. Η «επιστημονική επιτροπή αξιολόγησης» θα μπορούσε να κάνει πολύ καλύτερα τη δουλειά της. Θα βοηθούσε η συνδρομή έμπειρων παιδαγωγών ώστε να είναι υποφερτό παιδαγωγικά. Αντί, τέλος, για γενικόλογους και θολούς ορισμούς σε καίρια ζητήματα, ο συγγραφέας θα μπορούσε να παραθέσει τους ορισμούς και τις θέσεις γνωστών επιστημόνων.
