Η Ντάφνι Καρουάνα-Γκαλίτσια όταν δολοφονήθηκε ερευνούσε υποθέσεις φερόμενης διαφθοράς που αφορούσαν τον επιχειρηματία Γιόργκεν Φένεχ και μέλη της κυβέρνησης της Μάλτας, όπως άκουσε πλέον επίσημα μέσα στη δικαστική αίθουσα το σώμα των ενόρκων της σχετικής δίκης.

Ο Φένεχ, κληρονόμος μίας από τις μεγαλύτερες περιουσίες της Μάλτας, δικάζεται για ανθρωποκτονία, κατηγορούμενος ότι οργάνωσε και χρηματοδότησε τη δολοφονία της Καρουάνα-Γκαλίτσια, η οποία σκοτώθηκε σε έκρηξη παγιδευμένου αυτοκινήτου τον Οκτώβριο του 2017.

Ο γιος της δημοσιογράφου, Μάθιου Καρουάνα-Γκαλίτσια, μηχανικός λογισμικού και μέλος της δημοσιογραφικής ομάδας που τιμήθηκε με το Βραβείο Πούλιτζερ για την έρευνα των Panama Papers σχετικά με υπεράκτιες εταιρίες, κατέθεσε τη Δευτέρα στο δικαστήριο, όπως μετέδωσε ο Guardian.

Περιέγραψε πώς σταδιακά άρχισε να βοηθά τη μητέρα του στο ερευνητικό της έργο, λέγοντας ότι, όσο έρχονταν στο φως ολοένα και περισσότερα στοιχεία, του δημιουργούνταν η αίσθηση πως είχε ανοίξει μια «πύλη» και μπορούσε να «δει μέσα στην κόλαση».

Το 2015, όπως κατέθεσε ο Μάθιου, εργαζόταν πάνω στη διαρροή των Panama Papers, ανεβάζοντας εκατομμύρια αρχεία σε μια βάση δεδομένων, την οποία χρησιμοποιούσαν δημοσιογράφοι για να ερευνήσουν τα φορολογικά καταφύγια.

Κατά την επεξεργασία των αρχείων, όπως είπε, εντόπισε πληροφορίες που αφορούσαν άμεσα τη Μάλτα. «Έπρεπε να μοιραστώ με τη μητέρα μου όσα έβλεπα. Πίστευα ότι ήταν πάρα πολύ σημαντικά».

Με την πάροδο του χρόνου, το υλικό από τη διαρροή, σε συνδυασμό με τις δικές της πηγές, αποκάλυψε στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο τότε υπουργός Ενέργειας της Μάλτας, Κόνραντ Μίτσι, και ο επικεφαλής του γραφείου του πρωθυπουργού, Κιθ Σκέμπρι, είχαν ιδρύσει υπεράκτιες εταιρείες λίγο μετά την ανάληψη των καθηκόντων τους. Σύμφωνα με τον Μάθιου, λογιστικό γραφείο τούς βοηθούσε να ανοίξουν τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα αυτών των εταιρειών.

Στους ενόρκους παρουσιάστηκε σχόλιο που είχε αφήσει η Ντάφνι στις αρχές του 2017 κάτω από δημοσίευμα εφημερίδας σχετικά με τον υπουργό και τον επικεφαλής του πρωθυπουργικού γραφείου. Έγραφε:

«Είναι απίστευτο το πόσο διεφθαρμένοι είναι – και ακόμη χειρότερο είναι το ότι δεν παρασύρθηκαν στη διαφθορά αφού πρώτα είχαν κουραστεί από την εξουσία, αλλά μπήκαν στην εξουσία με αποκλειστικό σκοπό να είναι διεφθαρμένοι. Αυτός ήταν ο οδικός τους χάρτης».

Ο Γιόργκεν Φένεχ και η ιδιωτικοποίηση των υποδομών ηλεκτροδότησης

Την περίοδο που δολοφονήθηκε, το 2017, ο Μάθιου είπε ότι βοηθούσε τη μητέρα του να επεξεργαστεί ακόμη μία διαρροή, η οποία αποτελούνταν από χιλιάδες ηλεκτρονικά μηνύματα αποθηκευμένα στους διακομιστές μιας εταιρείας με την επωνυμία Electrogas, η οποία ανήκε εν μέρει στον Γιόργκεν Φένεχ. Ένα από τα βασικά έργα της κυβέρνησης του Τζόζεφ Μουσκάτ, μετά τη νίκη της στις γενικές εκλογές του 2013, ήταν η ιδιωτικοποίηση ενός κρίσιμου τμήματος των υποδομών ηλεκτροδότησης της Μάλτας. Τη σχετική σύμβαση είχε αναλάβει η Electrogas.

«Όταν άρχισα να λαμβάνω αυτές τις πληροφορίες, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ήταν σαν να είχε ανοίξει μια πύλη και να μπορούσα να δω μέσα στην κόλαση», είπε ο Μάθιου. Η υπεράσπιση αντέδρασε, υποστηρίζοντας ότι ο μάρτυρας εξέφραζε προσωπική άποψη.

Όταν ρωτήθηκε αν η Ντάφνι είχε συζητήσει μαζί του τη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης, ο Μάθιου απάντησε καταφατικά.

«Τι ακριβώς σας είπε η μητέρα σας για τη διαδικασία ανάθεσης;» τον ρώτησε ο εισαγγελέας.

Ο Μάθιου απάντησε: «Ότι ήταν διεφθαρμένη».

Ο δικαστής παρενέβη, υπενθυμίζοντας στον μάρτυρα ότι αυτό αποτελούσε άποψη και όχι γεγονός.

Όταν ρωτήθηκε τι είχε δει στα ηλεκτρονικά μηνύματα, ο Μάθιου είπε: «Όταν άρχισα να λαμβάνω τα δεδομένα και τα καταχώρισα σε ένα σύστημα ώστε να είναι δυνατή η αναζήτησή τους, μπορούσα να δω ότι ο Γιόργκεν Φένεχ βρισκόταν στο επίκεντρο των πάντων. Αναφερόταν σε αμέτρητα ηλεκτρονικά μηνύματα».

Ο Μάθιου ανέφερε ότι η επεξεργασία της διαρροής από την Electrogas βρισκόταν ακόμη σε εξέλιξη την ημέρα που δολοφονήθηκε η μητέρα του. Όπως είπε, εκείνη ήθελε να συγκεντρώσει μια ομάδα δημοσιογράφων για να εξετάσουν τα δεδομένα, σε μια συνεργασία παρόμοια με εκείνη που είχε οδηγήσει στις αποκαλύψεις των Panama Papers. Ο ίδιος είχε ήδη επικοινωνήσει με την Guardian για να ξεκινήσει η εργασία πάνω στο πρότζεκτ, όμως λίγους μήνες αργότερα η μητέρα του δολοφονήθηκε.

«Δεν καταφέραμε ποτέ να το κάνουμε. Και κάθε φορά που βλέπω αυτά τα email, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, γιατί μεταφέρομαι πίσω σε εκείνη την περίοδο, όταν ήμουν μαζί με τη μητέρα μου και σχεδιάζαμε τι θα κάναμε», είπε στο δικαστήριο.

Το «Daphne Project» για τη δικαίωση της μνήμης της άτυχης δημοσιογράφου

Μετά τη δολοφονία, ο Μάθιου δημιούργησε το Daphne Project, συνεργαζόμενος με μια ευρύτερη ομάδα μέσων ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων ο Guardian και το Reuters, προκειμένου να συνεχιστεί η έρευνα για την Electrogas και να αποκαλυφθεί ποιοι βρίσκονταν πίσω από τη δολοφονία της μητέρας του.

Η δημοσιογραφική έρευνα αποκάλυψε στοιχεία που υποδείκνυαν ότι ο Φένεχ είχε σκοπό να καταβάλει δωροδοκίες προκειμένου να εξασφαλίσει την παραχώρηση για τον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό, προκαλώντας διεθνή κατακραυγή και έρευνα από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Ο Φένεχ, ο Μίτσι και ο Σκέμπρι απορρίπτουν κάθε ισχυρισμό περί διαφθοράς.

Οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν επαναλήφθηκαν τη Δευτέρα, αφού ο δικαστής διέταξε η κατάθεση να περιοριστεί μόνο σε όσα μπορούσαν να τεκμηριωθούν από έγγραφα που παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο.

Η εξέταση του Μάθιου από την εισαγγελία ολοκληρώθηκε με την περιγραφή της ημέρας που δολοφονήθηκε η μητέρα του. Όπως είπε, εργάζονταν μαζί στο σπίτι και εκείνη είχε ετοιμάσει μια σαλάτα με μοτσαρέλα και ντομάτα. Στη συνέχεια έφυγε με το αυτοκίνητό της για να πάει στην τράπεζα.

«Δούλευα πάνω σε κάποιο λογισμικό όταν άκουσα μια έκρηξη. Άνοιξα την πόρτα, ένιωσα να παγώνει το αίμα μου… Άρχισα να περπατάω όλο και πιο γρήγορα προς τη στήλη καπνού», είπε.

«Πρώτα είδα φωτιά πάνω στον δρόμο – ο δρόμος είχε τυλιχθεί στις φλόγες. Είδα κομμάτια μετάλλου και ανθρώπινης σάρκας. Τα μάτια μου ακολούθησαν τον καπνό και είδα μια τεράστια πύρινη σφαίρα. Έτρεξα προς το μέρος της. Η κόρνα του αυτοκινήτου ηχούσε ασταμάτητα. Είδα μια σκιά μέσα στο αυτοκίνητο και θυμάμαι να λέω: “Αυτή είναι η μαμά μου”».

Είπε επίσης στο δικαστήριο ότι άφησε τα πάντα στην άκρη προκειμένου να διασφαλίσει ότι όσοι ευθύνονταν για τη δολοφονία θα λογοδοτούσαν. Εγκατέλειψε τη δουλειά του, έβαλε τέλος στην επαγγελματική του σταδιοδρομία και επέστρεψε στη Μάλτα.

«Έπρεπε να το κάνουμε αποστολή της ζωής μας, και αυτό ακριβώς κάναμε. Το προσωπικό τίμημα ήταν τεράστιο».

Ο Φένεχ, ο οποίος δικάζεται με την κατηγορία της συνέργειας στην εκ προθέσεως ανθρωποκτονία της Ντάφνι Καρουάνα-Γκαλίτσια, αρνείται τις κατηγορίες.

Η δίκη συνεχίζεται.